Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβαθής αβαθής αβαθές
γενική αβαθούς αβαθούς αβαθούς
αιτιατική αβαθή αβαθή αβαθές
κλητική αβαθή(ς) αβαθής αβαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβαθείς αβαθείς αβαθή
γενική αβαθών αβαθών αβαθών
αιτιατική αβαθείς αβαθείς αβαθή
κλητική αβαθείς αβαθείς αβαθή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαθής < ελληνιστική κοινή ἀβαθής < ἀ- (στερητικό) + αρχαία ελληνική βάθος < βαθύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βάθος, βαθύς)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβαθής, -ής, -ές

  1. που δεν έχει βάθος, ρηχός
    ο κόλπος αυτός είναι αβαθής, τα μεγάλα πλοία κινδυνεύουν να εξωκείλουν
  2. (μεταφορικά) επιφανειακός, επιπόλαιος
    είναι αβαθής, δεν μπορεί να μπει στην ουσία των πραγμάτων

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία