Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξοκέλλω < αρχαία ελληνική ἐξοκέλλω < ἐξ + ὀκέλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔˈkɛ.lɔ/
συλλαβισμός: ε‐ξο‐κέλ‐λω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξοκέλλω

  1. (για πλοίο) ναυαγώ στην ακτή, προσαράζω
  2. (μεταφορικά) παραστρατώ, παρεκτρέπομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία