Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ τάγηνον τὰ τάγην
      γενική τοῦ ταγήνου τῶν ταγήνων
      δοτική τῷ ταγήν τοῖς ταγήνοις
    αιτιατική τὸ τάγηνον τὰ τάγην
     κλητική ! τάγηνον τάγην
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ταγήνω
γεν-δοτ τοῖν  ταγήνοιν
2η κλίση, ομάδα 'πρόσωπον', Κατηγορία όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάγηνον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάγηνον ουδέτερο (τᾰγηνον)

  1. τηγάνι
  2. κατσαρόλα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία