Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τάγηνον ταγήνω τάγηνα
Γενική ταγήνου ταγήνοιν ταγήνων
Δοτική ταγήν ταγήνοιν ταγήνοις
Αιτιατική τάγηνον ταγήνω τάγηνα
Κλητική τάγηνον ταγήνω τάγηνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάγηνον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάγηνον ουδέτερο (τᾰγηνον)

  1. τηγάνι
  2. κατσαρόλα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία