Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ταγηνίτης ταγηνίτα ταγηνίται
Γενική ταγηνίτου ταγηνίταιν ταγηνιτῶν
Δοτική ταγηνίτ ταγηνίταιν ταγηνίταις
Αιτιατική ταγηνίτην ταγηνίτα ταγηνίτας
Κλητική ταγηνίτα ταγηνίτα ταγηνίται

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταγηνίτης αρσενικό