Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

 
Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «τέμνω».
Αναθεώρηση : Οι σημασίες, πέρα από το κόβω, είναι συνεκδοχικές και καταγράφονται πάντα, όπως και στο σύγχρονο κόβω, σε σχέση με κάτι συγκεκριμένο. Π.χ. οἱ στενοὶ (τελαμῶνες) τέμνουσι.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- ‎(κόβω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

τέμνω

  1. κόβω, λαξεύω
  2. ακρωτηριάζω, πληγώνω, τραυματίζω
  3. σφάζω, θυσιάζω
  4. θερίζω, δρέπω
  5. προχωρώ

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία