Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

guide (en)

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
guide guides

guide (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. οδηγός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία