Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεναγώ < αρχαία ελληνική ξεναγέω-ξεναγῶ < ξένος + ἄγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kse.naˈɣo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεναγώ

  1. παρουσιάζω σε επισκέπτες ένα μέρος, περιγράφω την τοπολογία και ιστορία μιας περιοχής
  2. (μεταφορικά) εισάγω κάποιον σε έναν τομέα που δεν του είναι γνώριμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία