Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεναγούμενος η ξεναγούμενη το ξεναγούμενο
      γενική του ξεναγούμενου της ξεναγούμενης του ξεναγούμενου
    αιτιατική τον ξεναγούμενο την ξεναγούμενη το ξεναγούμενο
     κλητική ξεναγούμενε ξεναγούμενη ξεναγούμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεναγούμενοι οι ξεναγούμενες τα ξεναγούμενα
      γενική των ξεναγούμενων των ξεναγούμενων των ξεναγούμενων
    αιτιατική τους ξεναγούμενους τις ξεναγούμενες τα ξεναγούμενα
     κλητική ξεναγούμενοι ξεναγούμενες ξεναγούμενα
ομάδα «εισαγόμενος» Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεναγούμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεναγώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξεναγούμενος

  • που ξεναγείται σε μια περιοχή ή γενικά σε κάτι καινούργιο
  • Οι ξεναγούμενοι στην Ακρόπολη δεν επιτρέπεται να αγγίζουν τίποτα, αλλά οι φρουροί κάθονται με σκαμπό και μαξιλαράκια μέσα στα αρχαία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία