Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ξεναγός οι ξεναγοί
      γενική του ξεναγού των ξεναγών
    αιτιατική τον ξεναγό τους ξεναγούς
     κλητική ξεναγέ ξεναγοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεναγός < αρχαία ελληνική ξεναγός < ξένος + ἄγω ή ἡγέομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεναγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός/ή που συνοδεύει και δίνει πληροφορίες στους επισκέπτες ενός χώρου ή αξιοθέατου
    Ξεναγός (εξηγητής), κατά την έννοιαν του παρόντος είναι ο συνοδεύων αλλοδαπός ή ημεδαπός περιηγητάς ή επισκέπτας της χώρας, καθοδηγών αυτούς και υποδεικνύων τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα πάσης εποχής, επεξηγών εις αυτούς την σημασίαν αυτών, τον προορισμόν και την ιστορίαν των και παρέχων γενικωτέρας πληροφορίας περί της αρχαίας και της νεωτέρας Ελλάδος. (ΝΟΜΟΣ 710/77 ΠΕΡΙ ΞΕΝΑΓΩΝ, Άρθρο 1)
  2. (μεταφορικά) αυτός που εισάγει κάποιον σε ένα τομέα που είναι καινούργιος για τον ξεναγούμενο
    Στο φιλόδοξο εγχείρημα είχαμε ξεναγό τον αστροφυσικό...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεναγός < ξένος + ἄγω ή ἡγέομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξεναγός αρσενικό

  1. ο επικεφαλής μισθοφορικών στρατευμάτων, που το αξίωμά του ονομαζόταν ξεναγία


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία