Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειραγωγός χειραγωγοί
γενική χειραγωγού χειραγωγών
αιτιατική χειραγωγό χειραγωγούς
κλητική χειραγωγέ χειραγωγοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειραγωγός < ελληνιστική κοινή χειραγωγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειραγωγός αρσενικό

  1. (παρωχημένο) αυτός που καθοδηγεί κάποιον κρατώντας τον από το χέρι, π.χ. έναν τυφλό, ο οδηγός τυφλών
  2. ο καθοδηγητής, που οδηγεί κάποιον πιθανόν με καλή πρόθεση, αλλά και που τον κατευθύνει εκεί που θέλει και τον μανιπουλάρει, τον κάνει "ό,τι θέλει" εκμεταλλευόμενος τον καθοδηγητικό του ρόλο
  3. (ναυτ.) σχοινί που κρέμεται στα πλαϊνά του πλοίου για να σκαρφαλώνουν οι ναυτικοί όταν χρειάζεται ή επικουρικά για να διευκολυνθούν να επιβιβαστούν και να αποβιβαστούν από την μικρή λέμβο (την σωσίβια λέμβο), η βαρδαμάνα ή βαρδατζέντα
  4. σχοινί που χρησίμευε παλιότερα όταν οι ναύτες σκαρφάλωναν ψηλά στις κεραίες για να αποδώσουν τιμές και έπρεπε από κάπου να κρατιώνται
  5. σχοινί που χρησιμεύει ως χειρολαβή σε πρόχειρες στενές γέφυρες, ώστε να πιάνονται από κάπου εκείνοι που τις διασχίζουν
  6. μεταλλικός ή ξύλινος σωλήνας σε σκάλα σπιτιού, χειρολαβή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειραγωγός < χείρ και ἄγω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειραγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ελληνιστική λέξη, για κάποιον που παίρνει έναν ανήμπορο από το χέρι και τον καθοδηγεί χωρίς όμως απαραιτήτως να ξέρει κι αυτός που πάει
    ... ἂν ἐχρῶντο συμβούλοις καὶ στρατηγοῖς καὶ νομοθέταις ὥσπερ τυφλοῖς χειραγωγοῖς, οὐδ᾽ ἂν ἐζήλουν ἔργα καὶ πράξεις καὶ λόγους
  2. που κινεί τα νήματα χωρίς να το ξέρουμε
    τοῦ βίου τυφλὴ χειραγωγός η Τύχη