Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ώσμωση ωσμώσεις
γενική ώσμωσης
& ωσμώσεως
ωσμώσεων
αιτιατική ώσμωση ωσμώσεις
κλητική ώσμωση ωσμώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ώσμωση < καθαρεύουσα ὤσμωσις < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική osmosis < γαλλική osmose < αρχαία ελληνική ὠσμός < ὠθέω / ὠθῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ώσμωση θηλυκό

  1. το φαινόμενο της διάχυσης περισσοτέρων μορίων διαλύτη (συνήθως νερού), μέσω ημιπερατής μεμβράνης, από το διάλυμα της μικρότερης συγκέντρωσης (υποτονικό διάλυμα) στο διάλυμα της μεγαλύτερης συγκέντρωσης (υπέρτονο διάλυμα)
  2. (μεταφορικά) αλληλεπίδραση
    η ώσμωση των ιδεών

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία