Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διαλύτης οι διαλύτες
      γενική του διαλύτη των διαλυτών
    αιτιατική τον διαλύτη τους διαλύτες
     κλητική διαλύτη διαλύτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαλύτης < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαλύτης αρσενικό

  1. (χημεία) ουσία που μαζί με άλλες ουσίες δημιουργεί ομογενή μίγματα
    Ο καλύτερος διαλύτης είναι το νερό, μπορεί να διαλύσει χιλιάδες ή εκατομύρια άλλες ουσίες, όπως άλατα, οξέα και βάσεις.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία