Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαλυτός < διαλύω (: διασπώ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαλυτός -ή -ό

  • αυτός που μπορεί να διαλυθεί μέσα σε ένα άλλο, κυρίως υγρό, σώμα
ουσίες διαλυτές / μη διαλυτές στο νερό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία