Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

soluble (en)

  1. διαλυτός


Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
soluble solubles

soluble (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. διαλυτός