Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδατοδιαλυτός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική hydrosoluble

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υδατοδιαλυτός

  1. που διαλύεται στο νερό, που είναι διαλυτός μόνο ή κυρίως σε αυτό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία