Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απωθητικός απωθητική απωθητικό
γενική απωθητικού απωθητικής απωθητικού
αιτιατική απωθητικό απωθητική απωθητικό
κλητική απωθητικέ απωθητική απωθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απωθητικοί απωθητικές απωθητικά
γενική απωθητικών απωθητικών απωθητικών
αιτιατική απωθητικούς απωθητικές απωθητικά
κλητική απωθητικοί απωθητικές απωθητικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απωθητικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απωθητικός

  1. που προκαλεί απώθηση, που κρατεί κάποιον μακριά
  2. (μεταφορικά) που προκαλεί αποστροφή
      συνώνυμα: αποκρουστικός
      αντώνυμα: ελκυστικός

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία