Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απωθητικό < απωθητικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απωθητικό

  1. αυτό που προκαλεί αποτροπιασμό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

απωθητικό