Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποστροφή < αρχαία ελληνική ἀποστροφή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποστροφή θηλυκό

  1. έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά, αντιπάθεια ή απέχθεια ή αηδία
  2. (ρητορικό σχήμα) το να απευθύνεται ρητορικά ο ομιλητής σε κάποιο πρόσωπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία