Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ωθήσατε

  1. β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ωθώ