Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόωση οι προώσεις
      γενική της πρόωσης
& προώσεως
των προώσεων
    αιτιατική την πρόωση τις προώσεις
     κλητική πρόωση προώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόωση < αρχαία ελληνική πρόωσις < προωθέω / προωθῶ < ὠθέω / ὠθῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόωση θηλυκό

  • (λόγιο) προώθηση
    Ναυπηγημένο το 2009, το Viking Lady είναι εξοπλισμένο με το υβριδικό σύστημα πρόωσης εδώ κι ένα χρόνο. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία