Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκουντώ < μεσαιωνική ελληνική σκουντώ < ασκοντώ / κουντώ < ἀκοντίζω < αρχαία ελληνική ἀκοντίζω < ἄκων (γενική: ἄκοντος) < ἀκή (ή < αρχαία ελληνική κοντός: κοντάρι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skun.ˈdɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκουντώ (παθητική φωνή: σκουντιέμαι)

  1. πιέζω ελαφρά κάποιον με το χέρι (ή το πόδι)
    Μ' έπιασε από τον ώμο και με σκούντησε δυνατά• ξύπνησα τρομαγμένος. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  2. (μεταφορικά) πιέζω, παροτρύνω

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία