Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωθούμαι < παθητική φωνή του ωθώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ωθούμαι

  1. με κατευθύνουν πιεστικά, εν γνώσει τους ή χωρίς να έχουν επίγνωση, με ωθούν καταστάσεις
    Με αυτά που γίνονται ωθούμαι στα άκρα
  2. σπρώχνομαι, το αντίθετο του έλκομαι
    Άλλες πόρτες στις τράπεζες ωθούνται και άλλες "έλκονται" κι όλο μπερδεύομαι και κάνω το αντίθετο από αυτό που λέει η πινακίδα


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία