↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπρωγμένος η σπρωγμένη το σπρωγμένο
      γενική του σπρωγμένου της σπρωγμένης του σπρωγμένου
    αιτιατική τον σπρωγμένο τη σπρωγμένη το σπρωγμένο
     κλητική σπρωγμένε σπρωγμένη σπρωγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπρωγμένοι οι σπρωγμένες τα σπρωγμένα
      γενική των σπρωγμένων των σπρωγμένων των σπρωγμένων
    αιτιατική τους σπρωγμένους τις σπρωγμένες τα σπρωγμένα
     κλητική σπρωγμένοι σπρωγμένες σπρωγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σπρωγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σπρώχνω

σπρωγμένος, -η, -ο

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία