Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνημα κινήματα
γενική κινήματος κινημάτων
αιτιατική κίνημα κινήματα
κλητική κίνημα κινήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίνημα < αρχαία ελληνική κίνημα < κινέω / κινῶ (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική mouvement)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.ni.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κίνημα ουδέτερο

  1. επαναστατική ενέργεια που με τη βία αποσκοπεί στην εξουσία και τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων
  2. ομάδα πολιτών με κοινούς (ριζοσπαστικούς ή ανατρεπτικούς) στόχους και ανάλογες παρεμβάσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία