Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κινηματίας οι κινηματίες
      γενική του κινηματία των κινηματιών
    αιτιατική τον κινηματία τους κινηματίες
     κλητική κινηματία κινηματίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κινηματίας < κίνημα + -ίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κινηματίας αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία