Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Πάσχα < ελληνιστική κοινή Πάσχα < αραμαϊκή פסחא < εβραϊκή פסח (pesakh)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpa.sxa/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Πάσχα ουδέτερο άκλιτο

  1. (θρησκεία, ιουδαϊσμός) γιορτή κατά την οποία οι Ιουδαίοι θυμούνται την έξοδο από τη σκλαβιά στην αρχαία Αίγυπτο
  2. (θρησκεία, χριστιανισμός) γιορτή κατά την οποία οι Χριστιανοί τιμούν την ένδοξη Ανάσταση του Ιησού Χριστού
    συνώνυμα: Ανάσταση, Λαμπρή, Πασχαλιά

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία