Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα πασχαλιόγιορτα
      γενική των πασχαλιόγιορτων
    αιτιατική τα πασχαλιόγιορτα
     κλητική πασχαλιόγιορτα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πασχαλιόγιορτα < Πασχαλι(ά) + -ό- + γιορτή +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πασχαλιόγιορτα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  • (λαογραφία) οι (λαϊκές) γιορτές που γιορτάζονται ανήμερα του Πάσχα και μέσα στη Διακαινήσιμο Εβδομάδα καθώς και τα σχετικά τραγούδια που τότε τραγουδιούνται και οι κύκλιοι χοροί που τότε χορεύονται
    ※  Τα Πασχαλιόγιορτα περιλαμβάνουν παραδοσιακά τραγούδια του Μεγαλοβρύσου με αντίστοιχο χαρακτηριστικό χορό. Τα τραγούδια, που συνοδεύουν τον χορό, είναι δημοτικά, χορωδιακά, χωρίς μουσική και έχουν τις ρίζες τους βαθιά στο παρελθόν της ιστορίας του χωριού. (...) Tα Πασχαλιόγιορτα χορεύονταν παλιά από τους Μεγαλοβρυσιώτες όλες τις ημέρες του Πάσχα μετά την Αναστάσιμη απογευματινή λειτουργία στα προαύλια των εκκλησιών του χωριού. Περισσότερο, όμως, ξεχώριζε η Τρίτη Ημέρα του Πάσχα, όπου μετά την τελευταία λειτουργία της Ανάστασης στον ιερό ναό του Αγίου Αθανασίου, ο χορός των Πασχαλιόγιορτων ήταν ο πιο μεγαλοπρεπής. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία