Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Μία πασχαλίτσα(1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πασχαλίτσα πασχαλίτσες
γενική πασχαλίτσας
αιτιατική πασχαλίτσα πασχαλίτσες
κλητική πασχαλίτσα πασχαλίτσες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πασχαλίτσα < πασχαλιά + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πασχαλίτσα θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος εντόμου που ανήκει στην οικογένεια Coccinellidae των σκαθαριών, τάξη κολεόπτερα· έχει κόκκινο χρώμα με μαύρα στίγματα
      συνώνυμα: λαμπρίτσα
  2. (οικείο) (θρησκεία) η Θεία Κοινωνία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία