Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γιορτή οι γιορτές
      γενική της γιορτής των γιορτών
    αιτιατική τη γιορτή τις γιορτές
     κλητική γιορτή γιορτές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιορτή < μεσαιωνική ελληνική γιορτή < αρχαία ελληνική ἑορτή με τροπή του [eo] > ημίφωνο με φωνήεν [jo] > αρχικό [ʝ] πριν από φωνήεν (συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας).[1] Δείτε και γιατρός, Γιάννης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝɔɾˈti/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιορτή θηλυκό

  1. ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδηλώσεις ή κοινωνικές συγκεντρώσεις προς τιμήν αυτού του γεγονότος
    τα Χριστούγεννα και το Πάσχα είναι οι μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης
  2. η ονομαστική εορτή κάποιου, η ημέρα κατά την οποία τιμάται το θρησκευτικό γεγονός ή ο άγιος του οποίου το όνομα φέρει ο εορτάζων
    θα πάμε ανήμερα τα Χριστούγεννα στο Χρήστο να του ευχηθούμε για τη γιορτή του
  3. η εκδήλωση ή συγκέντρωση που γίνεται για να τιμηθεί ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός
    στη σχολική γιορτή για την 28η Οκτωβρίου διαβάστηκαν ποιήματα και δόθηκε μια μικρή θεατρική παράσταση
    περάσαμε υπέροχα την Πρωτοχρονιά στη γιορτή του Βασίλη
  4. (στον πληθυντικό) οι γιορτές: το διάστημα που γιορτάζονται τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια
    φέτος στις γιορτές θα πάμε ταξίδι στο εξωτερικό

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία