Δείτε επίσης: εορτή

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἑορτή αἱ ἑορταί
      γενική τῆς ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν
      δοτική τῇ ἑορτ ταῖς ἑορταῖς
    αιτιατική τὴν ἑορτήν τὰς ἑορτᾱ́ς
     κλητική ! ἑορτή ἑορταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἑορτᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἑορταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἑορτή < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἑορτή θηλυκό

  1. εορτή
  2. πανήγυρη
  3. διασκέδαση, τέρψη

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία