Δείτε επίσης: ανάσταση

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Ανάσταση
      γενική της Ανάστασης
& Αναστάσεως
    αιτιατική την Ανάσταση
     κλητική Ανάσταση
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ανάσταση σε ορθόδοξη τοιχογραφία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ανάσταση < αρχαία ελληνική ἀνάστασις (έγερση από τον τάφο) (η χριστιανική σημασία στην ελληνιστική κοινή) < ἀνίστημι < ἀνά + ἵστημι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *stísteh₂- < *steh₂-

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ανάσταση θηλυκό

  1. (θρησκεία) η χριστιανική γιορτή για την ανάσταση του Ιησού Χριστού
    • η αναστάσιμη εκκλησιαστική ακολουθία που τελείται τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, ξημερώνοντας η Κυριακή του Πάσχα
      οι πιστοί γυρνούσαν με τις αναμμένες λαμπάδες τους από την Ανάσταση
  2. (θρησκεία) το χριστιανικό λάβαρο επί του οποίου απεικονίζεται η Ανάσταση του Ιησού Χριστού
  3. οποιαδήποτε αγιογραφία της Ανάστασης του Ιησού Χριστού
  4. το κοιμητήριο (νεκροταφείο) του Πειραιά, στο Κερατσίνι
  5. (γεωγραφία): ορεινό χωριό παρά τα Καλάβρυτα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία