Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναστάσιμος η αναστάσιμη το αναστάσιμο
      γενική του αναστάσιμου της αναστάσιμης του αναστάσιμου
    αιτιατική τον αναστάσιμο την αναστάσιμη το αναστάσιμο
     κλητική αναστάσιμε αναστάσιμη αναστάσιμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναστάσιμοι οι αναστάσιμες τα αναστάσιμα
      γενική των αναστάσιμων των αναστάσιμων των αναστάσιμων
    αιτιατική τους αναστάσιμους τις αναστάσιμες τα αναστάσιμα
     κλητική αναστάσιμοι αναστάσιμες αναστάσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναστάσιμος < Ανάσταση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναστάσιμος, -η, -ο

  • (θρησκεία) οτιδήποτε σχετίζεται με την Ανάσταση του Ιησού Χριστού
    αναστάσιμος ύμνος
    αναστάσιμη ακολουθία
    αναστάσιμο τροπάριο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία