Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξασθενισμένος η εξασθενισμένη το εξασθενισμένο
      γενική του εξασθενισμένου της εξασθενισμένης του εξασθενισμένου
    αιτιατική τον εξασθενισμένο την εξασθενισμένη το εξασθενισμένο
     κλητική εξασθενισμένε εξασθενισμένη εξασθενισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξασθενισμένοι οι εξασθενισμένες τα εξασθενισμένα
      γενική των εξασθενισμένων των εξασθενισμένων των εξασθενισμένων
    αιτιατική τους εξασθενισμένους τις εξασθενισμένες τα εξασθενισμένα
     κλητική εξασθενισμένοι εξασθενισμένες εξασθενισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξασθενισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξασθενώ και εξασθενίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξασθενισμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη εξασθενώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία