Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάγνος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λάγνος, -α, -ο

  1. (για πρόσωπο) που καταλαμβάνεται από ή ρέπει προς τη λαγνεία
     συνώνυμα: φιλήδονος
  2. που δείχνει λαγνεία, ερωτικός, ερωτιάρικος, ηδυπαθής
    λάγνο βλέμμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία