↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποσαφηνισμένος η αποσαφηνισμένη το αποσαφηνισμένο
      γενική του αποσαφηνισμένου της αποσαφηνισμένης του αποσαφηνισμένου
    αιτιατική τον αποσαφηνισμένο την αποσαφηνισμένη το αποσαφηνισμένο
     κλητική αποσαφηνισμένε αποσαφηνισμένη αποσαφηνισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποσαφηνισμένοι οι αποσαφηνισμένες τα αποσαφηνισμένα
      γενική των αποσαφηνισμένων των αποσαφηνισμένων των αποσαφηνισμένων
    αιτιατική τους αποσαφηνισμένους τις αποσαφηνισμένες τα αποσαφηνισμένα
     κλητική αποσαφηνισμένοι αποσαφηνισμένες αποσαφηνισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αποσαφηνισμένος <

αποσαφηνισμένος, -η, -ο

Συνώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία