Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στενοχωρία < στενοχωρέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στενοχωρία θηλυκό

  1. στενός χώρος, στενότητα
  2. (μεταφορικά) στενοχώρια, δυσκολία, θλίψη, δυσχέρεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία