Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

kom- < αγγλική comma, γερμανική Komma

  ΡίζαΕπεξεργασία

kom- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: κόμμα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία