Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βασιλόπιτα οι βασιλόπιτες
      γενική της βασιλόπιτας των (βασιλοπιτών)
    αιτιατική τη βασιλόπιτα τις βασιλόπιτες
     κλητική βασιλόπιτα βασιλόπιτες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλόπιτα < βασιλό- (< του Αγίου Βασιλείου)+ πίτα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βασιλόπιτα θηλυκό

  • (λαογραφία) (γαστρονομία) η πίτα που κόβεται την Πρωτοχρονιά, εορτή του Αγίου Βασιλείου, και έχει κρυμμένο μέσα της ένα φλουρί· αυτός που θα βρει το φλουρί στο κομμάτι του θεωρείται ότι θα έχει την εύνοια της τύχης κατά τη νέα χρονιά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία