Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτραπέζιος < ελληνιστική κοινή ἐπιτραπέζιος (=πάνω σε τραπέζι)( (σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά de table)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιτραπέζιος

  1. κατάλληλος για να τοποθετηθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε τραπέζι
    επιτραπέζιο ρολόι
  2. για τραπέζι φαγητού, φαγώσιμος ή πόσιμος

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία