Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀμαυρός ἀμαυρᾱ́ τὸ ἀμαυρόν
      γενική τοῦ/τῆς ἀμαυροῦ τῆς ἀμαυρᾶς τοῦ ἀμαυροῦ
      δοτική τῷ/τῇ ἀμαυρ τῇ ἀμαυρ τῷ ἀμαυρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀμαυρόν τὴν ἀμαυρᾱ́ν τὸ ἀμαυρόν
     κλητική ! ἀμαυρέ ἀμαυρᾱ́ ἀμαυρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀμαυροί αἱ ἀμαυραί τὰ ἀμαυρᾰ́
      γενική τῶν ἀμαυρῶν τῶν ἀμαυρῶν τῶν ἀμαυρῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀμαυροῖς ταῖς ἀμαυραῖς τοῖς ἀμαυροῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀμαυρούς τὰς ἀμαυρᾱ́ς τὰ ἀμαυρᾰ́
     κλητική ! ἀμαυροί ἀμαυραί ἀμαυρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀμαυρώ τὼ ἀμαυρᾱ́ τὼ ἀμαυρώ
      γεν-δοτ τοῖν ἀμαυροῖν τοῖν ἀμαυραῖν τοῖν ἀμαυροῖν
2η κλίση Κατηγορία όπως «ἀμαυρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀμαυρός, -ά, -όν & -ός, -όν

  1. δυσδιάκριτος, αμυδρός, ομιχλώδης
  2. σκοτεινός
  3. τυφλός
  4. (ήχος) ασαφής, ασθενής
  5. αβέβαιος
  6. άγνωστος, άσημος
  7. κατηφής, μελαγχολικός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία