Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομιχλώδης < αρχαία ελληνική ὀμιχλώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ομιχλώδης

  1. (κυριολεκτικά) που είναι γεμάτος ομίχλη, που έχει ομίχλη
  2. (μεταφορικά) ασαφής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία