Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομίχλη < αρχαία ελληνική ὀμίχλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ˈmi.xli/
 
δέντρα μέσα στην ομίχλη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ομίχλη θηλυκό

  • μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την ορατότητα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία