Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μαυρός τὸ μαυρόν
      γενική τοῦ/τῆς μαυροῦ τοῦ μαυροῦ
      δοτική τῷ/τῇ μαυρ τῷ μαυρ
    αιτιατική τὸν/τὴν μαυρόν τὸ μαυρόν
     κλητική ! μαυρέ μαυρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μαυροί τὰ μαυρᾰ́
      γενική τῶν μαυρῶν τῶν μαυρῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς μαυροῖς τοῖς μαυροῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς μαυρούς τὰ μαυρᾰ́
     κλητική ! μαυροί μαυρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μαυρώ τὼ μαυρώ
      γεν-δοτ τοῖν μαυροῖν τοῖν μαυροῖν
2η κλίση Κατηγορία όπως «βοηθός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυρός < αρχαία ελληνική ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαυρός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία