Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική μαυρός μαυρός μαυρόν μαυροί μαυροί μαυρά
Γενική μαυροῦ μαυροῦ μαυροῦ μαυρῶν μαυρῶν μαυρῶν
Δοτική μαυρῷ μαυρῷ μαυρῷ μαυροῖς μαυροῖς μαυροῖς
Αιτιατική μαυρόν μαυρόν μαυρόν μαυρούς μαυρούς μαυρά
Κλητική μαυρέ μαυρέ μαυρόν μαυροί μαυροί μαυρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μαυρώ μαυρώ
Γενική-Δοτική μαυροῖν μαυροῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυρός < ἀμαυρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mau-ro- (ανήλιαγος, μαύρος, σκοτεινός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαυρός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία