Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τυφλός τυφλή τυφλό
γενική τυφλού τυφλής τυφλού
αιτιατική τυφλό τυφλή τυφλό
κλητική τυφλέ τυφλή τυφλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τυφλοί τυφλές τυφλά
γενική τυφλών τυφλών τυφλών
αιτιατική τυφλούς τυφλές τυφλά
κλητική τυφλοί τυφλές τυφλά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυφλός < αρχαία ελληνική τυφλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τυφλός -ή -ό

  1. που δεν μπορεί να δει, επειδή τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη
     συνώνυμα: στραβός, αόμματος
  2. που δεν απαιτεί να βλέπει κανείς για να το κάνει σωστά
    τυφλό σύστημα γραφομηχανής
  3. (μεταφορικά) που δεν είναι σε θέση να κρίνει σωστά επειδή εμφορείται από έντονα συναισθήματα
    τυφλός από θυμό
  4. που τυφλώνει, στερεί την κρίση
    τυφλό μίσος
  5. που δεν έχει άνοιγμα
    τυφλός τοίχος (χωρίς παράθυρα)
  6. που έχει πύλη εισόδου αλλά όχι εξόδου
     αντώνυμα: διαμπερής
    τυφλό τραύμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στα τυφλά: χωρίς κάποιος να βλέπει, μέσα στο σκοτάδι
  • στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυφλός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τυφλός, -ή, -όν , συγκριτικός: τυφλώτερος, υπερθετικός: τυφλώτατος

  1. τυφλός
    Τυφλὸς τὰ τ' ὦτα τὸν τε νοῦν τὰ τ' ὄμματ' εἶ
      τυφλός στ᾽ αυτιά, στο νου, στα μάτια σου είσαι (Μετάφραση, 1936: Φώτος Πολίτης)
    428 π.Κ.Ε.. Σοφοκλής. Οιδίπους Τύραννος, στ.371. (3 μεταφράσεις @greek-language.gr ανεύρεση:2018.09.07.)

ΚλίσηΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τυφλός τυφλή τυφλόν τυφλοί τυφλαί τυφλά
Γενική τυφλοῦ τυφλῆς τυφλοῦ τυφλῶν τυφλῶν τυφλῶν
Δοτική τυφλῷ τυφλῇ τυφλῷ τυφλοῖς τυφλαῖς τυφλοῖς
Αιτιατική τυφλόν τυφλήν τυφλόν τυφλούς τυφλάς τυφλά
Κλητική τυφλέ τυφλή τυφλόν τυφλοί τυφλαί τυφλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τυφλώ τυφλά
Γενική-Δοτική τυφλοῖν τυφλαῖν