Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμαυρώνω < + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΡήμαΕπεξεργασία

αμαυρώνω

  1. βλάπτω, χαλώ
  2. (για τη φήμη κάποιου) καταστρέφω, σπιλώνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία