Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπιλώνω < ελληνιστική κοινή σπιλόω / σπιλῶ < αρχαία ελληνική σπίλος

  ΡήμαΕπεξεργασία

σπιλώνω (παθητική φωνή: σπιλώνομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

παραπομπέςΕπεξεργασία

http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%83%CF%80%CE%B9%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89&dq=