Δείτε επίσης: Κατράμη, κατράμη, Κατραμή

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατράμι τα κατράμια
      γενική του κατραμιού των κατραμιών
    αιτιατική το κατράμι τα κατράμια
     κλητική κατράμι κατράμια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατράμι < (άμεσο δάνειο) ιταλική catrame (πίσσα) < αραβική قطران (qaṭrān)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατράμι ουδέτερο

  1. η πίσσα σε ρευστή μορφή
    ※  Από τον πευκοφλοιό έβγαζαν το κατράμι, απαραίτητο στη ναυπηγική για τη στεγανοποίηση, και από τη ρητίνη άπειρα προϊόντα. [1]
  2. (μεταφορικά, χρώμα) πολύ μαύρος
     συνώνυμα: κατάμαυρο, πίσσα
    η μούρη του έγινε μαύρη (σαν το) κατράμι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Νίκος Μάργαρης, Η επιστημονική αλήθεια για τις πυρκαγιές, στο «Το Βήμα». Δημοσίευση 1999-05-16. Αρχειοθέτηση 2021-08-06 . Πρόσβαση 2021-08-06.