Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυραγάνι < μαύρος + αγανός αραιός, χαλαρός, (ειδικό, κατ' επέκταση: αραιοϋφασμένος), κάποιες φορές σημαίνει και τραχύς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαυραγάνι ουδέτερο

  1. ποικιλία ολιγόσπερμου σιταριού,
    • το μαυροσίταρο, που λέγεται έτσι επειδή το σπέρμα έχει μαύρη κορυφή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία