Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰκᾰνο-
ονομαστική ἄκανος οἱ ἄκανοι
      γενική τοῦ ἀκάνου τῶν ἀκάνων
      δοτική τῷ ἀκάν τοῖς ἀκάνοις
    αιτιατική τὸν ἄκανον τοὺς ἀκάνους
     κλητική ! ἄκανε ἄκανοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀκάνω
γεν-δοτ τοῖν  ἀκάνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄκανος < ἀκή/ἀκίς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄκανος (ᾰκᾰ) αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (φυτό) είδος αγκαθιού
  2. το αγκαθωτό κεφάλι φυτού
  3. η ακανθώδης υφή κάποιων καρπών (π.χ. ανανά)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία