Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαύρη τρύπα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική black hole

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

μαύρη τρύπα θηλυκό, πληθ.: μαύρες τρύπες

  1. (αστρονομία) ουράνιο σώμα με πάρα πολύ μεγάλη πυκνότητα και βαρυτικό πεδίο, από την έλξη του οποίου δεν μπορεί να διαφύγει ούτε το φως
  2. (κατ' επέκταση) οποιοδήποτε φυσικό σώμα απορροφά όλη την ακτινοβολία που δέχεται
  3. (μεταφορικά) τα πολύ μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία